Τα παιδιά από τον Ουρανό

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μαγικό βασίλειο πάνω από τα σύννεφα, ζούσαν πολλά μικρά παιδάκια.

Όλη μέρα έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό κι άλλα παιχνίδια δικής τους επινόησης κι όταν κουράζονταν από τις συναρπαστικές τους περιπέτειες, ξάπλωναν μπρούμυτα στα σύννεφα, στήριζαν το κεφαλάκι τους στα χεράκια τους και χάζευαν τη Γη που βρισκόταν από κάτω. Μόλις γέμιζαν πάλι τις μπαταρίες τους, ξανάρχιζαν το παιχνίδι.

Τα βράδια τα περνούσαν πηδώντας από αστέρι σε αστέρι, προσπαθώντας πάντα να φτάσουν στο φεγγάρι. Το φεγγάρι όμως ήταν πολύ μακριά και οι μικροί σκανταλιάρηδες δεν προλάβαιναν να πατήσουν πάνω του πριν να ξημερώσει. Άλλες φορές, όταν είχαν βαρεθεί τα ταξίδια τους στ’ αστέρια, διοργάνωναν πάρτι σε ταράτσες, οι οποίες -φυσικά- βρίσκονταν στα υπόγεια των σπιτιών τους. Από εκεί μπορούσαν να βλέπουν τα πάντα και διασκέδαζαν με πειράγματα αλλά και με πολύωρες συζητήσεις, προσπαθώντας να δώσουν μια λογική εξήγηση σε ό,τι έβλεπαν στη Γη.

Σε ένα τέτοιο καλοκαιρινό πάρτι, λοιπόν, ένα βράδυ με πανσέληνο και ξαστεριά, τα μικρά ζιζάνια, έχοντας βαρεθεί όλα τα άλλα παιχνίδια, αποφάσισαν να παίξουν μπουκάλα. Την ιδέα την είχε η Σκέψη, η οποία καθημερινά σκαρφιζόταν νέους τρόπους να διασκεδάσει με τους φίλους της και να περάσουν ευχάριστα το χρόνο τους.

-Δηλαδή; Τι εννοείς μπουκάλα;

-Να! Θα βρούμε κάτι σαν μπουκάλι να έχει δύο άκρες και να μπορεί να περιστρέφεται. Μετά θα κάτσουμε όλοι σε έναν κύκλο με το μπουκάλι τοποθετημένο στο κέντρο. Θα στρίβουμε το μπουκάλι και τα δυο παιδιά που θα δείξουν οι άκρες του, όταν αυτό σταματήσει, θα πρέπει να φιληθούν!

Έτσι κι έγινε. Πριν καν προλάβει να τελειώσει η Σκέψη, το Θάρρος είχε ήδη σηκωθεί. Ήταν ένα στρουμπουλό, αλλά ευκίνητο αγοράκι, που για να το πειράξουν τα άλλα παιδιά του είχαν βρει αυτό το υποκοριστικό. Με δυο πήδους, καβάλησε ένα μετεωρίτη που περνούσε λίγα μέτρα μακριά από την ταράτσα, κοίταξε δεξιά κι αριστερά και βρήκε ένα κυλινδρικό αντικείμενο από πολύτιμους λίθους που αιωρούνταν δίπλα. Κατ’ ευθείαν το άρπαξε και με δυο δρασκελιές βρέθηκε πίσω στην ταράτσα. Έτσι ξεκίνησε το παιχνίδι των παιδιών.

Μονάχα ένας κάτοικος της πολιτείας δε βρισκόταν στο πάρτι και συνεπώς δε συμμετείχε στο παιχνίδι. Ήταν ο Έρωτας, ένα ήσυχο, σκεπτικό και ρομαντικό παιδάκι, που περνούσε όλη τη μέρα μόνο του, αγναντεύοντας τη Γη. Εξαιτίας αυτής της ιδιαίτερης συμπεριφοράς του, έχανε πολλά από τα δρώμενα του ουράνιου βασιλείου, όχι γιατί δεν τα πήγαινε καλά με τους υπόλοιπους, αλλά επειδή πάντα οι άλλοι δυσκολεύονταν να τον βρουν και να τον ενημερώσουν για το τι έχουν οργανώσει.

Εκείνη την όμορφη βραδιά, γυρνώντας από τη μοναχική βόλτα του, ο Έρωτας άκουσε τις φωνές των άλλων παιδιών και κρυφοκοίταξε για να καταλάβει τι κάνουν. Μόλις είδε, αποφάσισε με τον χαρακτηριστικό αυθορμητισμό του να τους κάνει μια αθώα πλάκα, επειδή δεν τον κάλεσαν στη συνάντηση.

Έβγαλε σιγά – σιγά το χρυσό, σκαλισμένο τόξο και τα διαμαντένια βέλη του κι άρχισε να στοχεύει ανά δύο τα παιδιά που έδειχνε η μπουκάλα στο τέλος του ξέφρενου στροβιλισμού της. Οι ικανότητες του Έρωτα στην τοξοβολία ήταν πασίγνωστες, οπότε του ήταν πολύ εύκολο σε κάθε βολή να χρησιμοποιεί δύο ή και περισσότερα βέλη και να πετυχαίνει πάντα όλους του τους στόχους. Τα δε βέλη του ήταν (εξίσου πασίγνωστο) μαγικά και όποιος γινόταν στόχος τους ερωτευόταν κεραυνοβόλα.

 

Η μπουκάλα σταμάτησε πρώτα μπροστά στο Θάρρος και την Άγνοια. Την ίδια στιγμή τα δύο βέλη βρήκαν το στόχο τους. Το Θάρρος κοίταξε με τα λαμπερά του μάτια τη μικρούλα Άγνοια απέναντί του και βρήκε για πρώτη φορά τις καστανές της κοτσίδες πολύ γοητευτικές. Ταυτόχρονα η Άγνοια ένιωσε μια ζεστασιά να πηγάζει από το χαμόγελο του Θάρρους. Το πρώτο ζευγάρι φιλήθηκε.

Σειρά είχαν η Σκέψη με τη Λύπη. Μετά η Μνήμη με τον Πόνο, ο Πλούτος με το Φόβο, η Εξουσία με το Άγχος, η Γνώση με το Χρόνο, το Ταλέντο με την Υπεροψία. Σιγά –  σιγά όλα τα παιδάκια ζευγαρώθηκαν και ο Έρωτας καμάρωνε για το κατόρθωμά του. Αυτό όμως που δεν ήξερε, είναι ότι δεν υπάρχει αντίδοτο, ούτε ξόρκι που να αναιρεί τα μαγικά του τόξου του. Γι’ αυτό όλα τα ερωτευμένα νιάνιαρα έμειναν μαζί για πάντα. Κι όταν κατασκευάστηκαν οι πρώτοι άνθρωποι και τα πιτσιρίκια βρήκαν τρόπο να κατεβαίνουν στη Γη, άρχισαν να εφευρίσκουν νέα παιχνίδια, που περιλάμβαναν κι ανθρώπους, οι οποίοι βέβαια δεν το αντιλαμβάνονταν, καθώς δεν μπορούσαν να δουν ούτε να ακούσουν τα ουράνια παιδάκια.

Έτσι λοιπόν, από τότε, οι άνθρωποι παίζουν καθημερινά με κάποια από τα ζιζάνια. Όμως, επειδή αυτά κατεβαίνουν στη Γη ανά ζευγάρια, οι άνθρωποι πάντα βρίσκονται ανάμεσα σε δύο. Αν κάποιος συναντήσει τον Πλούτο, δύσκολα θα αποφύγει το Φόβο κι όποιος γίνει το νέο παιχνίδι του Ταλέντου, κινδυνεύει κι από τις σκανταλιές της Υπεροψίας. Κι οι άνθρωποι πολλές φορές προβληματίζονται με τα παιχνίδια των παιδιών, γιατί δεν τα καταλαβαίνουν. Τα δε παιδιά το διασκεδάζουν με την ψυχή τους και κάθε φορά γυρνάνε εξαντλημένα στα σύννεφα και ανυπομονούν να ανταλλάξουν με τους φίλους τους τις περιπέτειές τους. Όσο για το σκανταλιάρη Έρωτα, αφού έμεινε το μόνο παιδί στον ουρανό χωρίς ταίρι, κατέβηκε μόνιμα στη Γη κι άρχισε να ρίχνει μανιωδώς τα βέλη του, μέχρι να ζευγαρώσει όλους τους ανθρώπους, μήπως περισσεύει κανείς από αυτούς, ώστε να κρατήσει τον τελευταίο για δικό του.

Advertisements

About georgeptl

The creator of this blog is a 25 year old pharmacist, living and loving in Athens, Greece. Incurably in love with Love, he doesn't like to give up. His target? To prove that anything is possible, if we want it bad enough!
This entry was posted in Uncategorized and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s