“Αν” του Χριστόφορου Παπακαλιάτη

Πειραιάς, 16 Οκτώβρη 2014

«Αν». Του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Για μένα, αναμφισβήτητα η καλύτερη ταινία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου και πιθανότατα από τις καλύτερες ρομαντικές δραματικές ταινίες των τελευταίων χρόνων παγκοσμίως. Εγώ προσωπικά, το «Αν» το βάζω στην ίδια κατηγορία με το “Jeux d’ Enfants”, το “Paris, Je t’Aime”  και το “The Notebook” και αλήθεια δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αυτές τις ταινίες. Με πρωτότυπο, πανέξυπνο και καθηλωτικό τρόπο, πραγματεύεται πάρα πολλά θέματα της ζωής στη σύγχρονη Ελλάδα, την Ελλάδα της κρίσης, τα οποία μακάρι κάποια στιγμή να μου δοθεί η ευκαιρία να αναλύσω λεπτομερώς, ένα προς ένα. Αυτό που επιλέγω να αναλύσω προς το παρόν, είναι το κέρατο.

Η ταινία εκτυλίσσεται ταυτόχρονα σε δύο πραγματικότητες: στην «ευτυχισμένη» και τη «δυστυχισμένη» εκδοχή του Δημήτρη (Παπακαλιάτη). Ας επικεντρωθούμε στη δεύτερη. Ο Δημήτρης είναι μόνος του, δεν έχει γνωρίσει το μεγάλο έρωτα και με τα πολλά, καταλήγει να κάνει σχέση (ή μάλλον καλύτερα, συστηματικό σεξ) με τη Μαρία (Σολωμού). Την παντρεμένη με δύο παιδιά Μαρία. Η Μαρία στην ταινία είναι σοβαρή, πλούσια, συνειδητοποιημένη και έχει ξεκαθαρίσει τα πράγματα με τον άντρα της: Δευτέρα- Τετάρτη- Παρασκευή βγαίνει αυτή, Τρίτη- Πέμπτη- Σάββατο αυτός. Τις Κυριακές τις περνούν οικογενειακά, με τα παιδιά τους. Ο Δημήτρης λοιπόν, γνωρίζει τη Μαρία μέσα σε ένα μπαρ, το κάνουν μια φορά και μετά το κάνουν συνήθεια. Καθώς εκτυλίσσεται η ταινία, τους πετυχαίνουμε να βγαίνουν και για καφέ, το οποίο σημαίνει ότι, όσο να’ ναι, δε μένουν αποκλειστικά και μόνο στο σεξ τελικά. Σε αυτόν τον καφέ, ο Δημήτρης ρωτάει τη Μαρία αν θα βρεθούν το βράδυ, αυτή του απαντάει με απάθεια ότι είναι Τρίτη. Αμέσως μετά μαγκώνεται, καταλαβαίνει ότι τον πλήγωσε, το διορθώνει. Του εξηγεί ότι έχει το μικρό με πυρετό και ότι είναι προτιμότερο να βρεθούν την επόμενη μέρα. Ο Δημήτρης αναρωτιέται αν θα ήταν καλύτερα να έχει μια φυσιολογική σχέση. Η Μαρία του απαντάει, φεύγοντας, ότι ίσως να ήταν καλύτερο, αλλά ίσως και όχι.

maxresdefault

Ήδη, σε αυτό το σημείο της ταινίας, στην πραγματικότητα που μας ενδιαφέρει, ο Δημήτρης έχει μπλεχτεί περισσότερο από όσο θα ήθελε. Συνειδητά μπήκε ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, δέχτηκε να γίνει το άτομο με το οποίο η Μαρία απατάει τον άντρα της. Όχι απάτησε, αλλά απατάει. Συνεχόμενα. Συστηματικά. Και στη σκηνή που μόλις περιέγραψα, έχει ήδη αρχίσει να νιώθει ζήλεια. Να θέλει κι άλλο. Δεν του φτάνουν οι Δευτέρες, οι Τετάρτες, οι Παρασκευές. Ξεκίνησε αυτή την ιστορία, λέγοντας στη Μαρία ότι είναι ευτυχισμένος που είναι ελεύθερος, δε νιώθει άνετα να φέρνει κοπέλες σπίτι του, γιατί θέλει να κοιμάται μόνος, να μην έρθει σε δύσκολη θέση να διώξει την κοπέλα μετά το σεξ. Και τώρα αυτός ο ίδιος άνθρωπος, ο τρίτος της σχέσης, ζηλεύει τον άντρα που ήταν από πριν εκεί. Παράλογο; Προκλητικό; Αναίσχυντο;

Τον περασμένο χειμώνα, ήμουν κι εγώ στη θέση του Δημήτρη. Θέλοντας και μη, κατάφερα να μπω ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Σε ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, που το καμάρωναν και το ζήλευαν όλοι. Στην αρχή δειλά- δειλά, μην έχοντας καμία ελπίδα για το μέλλον. Σιγά σιγά, όμως, σου δίνονται δικαιώματα σε τέτοιες καταστάσεις, δικαιώματα που από ένα σημείο και μετά τα θεωρείς δικά σου. Αν είσαι λίγο παραπάνω συναισθηματικός από ό,τι θα’ πρεπε, δένεσαι, αρχίζεις να κάνεις όνειρα, πιστεύεις ότι θα καταφέρεις κάτι. Στην τελική, έτσι λειτουργούν οι σχέσεις συνήθως. Γνωρίζονται δύο άνθρωποι, ανεξάρτητα από το πού, πώς, σε τι κατάσταση βρίσκονται κατά τη γνωριμία αυτή. Αν νιώσουν ότι υπάρχει κάτι μεταξύ τους, αφήνουν πίσω το παρελθόν και προχωρούν σε κάτι νέο. Στα ερωτικά τρίγωνα όμως, τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι απλά. Εσύ, ο τρίτος, θες πάντα κι άλλο. Δε σου φτάνει το Δευτέρα- Τετάρτη- Παρασκευή. Θες και το Τρίτη- Πέμπτη- Σάββατο. Έτσι ακριβώς, όπως ήθελε κι ο Δημήτρης. Κι όταν το πάρεις κι αυτό, σίγουρα ο επόμενος στόχος σου θα είναι η Κυριακή. Είναι αφύσικο να μοιράζεσαι μια γυναίκα με έναν άλλον άντρα, είναι άρρωστο, ψυχοφθόρο, βασανιστικό. Από ένα σημείο και μετά δένεσαι, όσο σκληρόπετσος ή προοδευτικός κι αν είσαι. Σε τρώει καθημερινά. Κι αν, όπως έγινε στη δική μου περίπτωση, η κοπέλα σού πουλήσει και αισθήματα, τότε, φίλε μου, την πάτησες κανονικά. Τότε μπαίνει στο παιχνίδι και ο εγωϊσμός και η πληγωμένη αυτοπεποίθηση. «Γιατί ΣΚΑΤΑ δεν τον χωρίζεις τον άλλον, να μείνουμε οι δυο μας, αν λες πως είσαι ερωτευμένη μαζί μου;» Και το χειρότερο: «τι ΣΚΑΤΑ έχει αυτός που δεν έχω εγώ;;;»

Χρόνο. Αυτό έχει ο άλλος. Ήταν εκεί πριν από σένα, αυτό είναι όλο. Εσύ απλά είσαι το ιντερμέδιο, η ατραξιόν, το διάλειμμα από την πλήξη της καθημερινότητας. Το τι σου πουλάει η κοπελίτσα είναι άλλο θέμα, καθαρά δικό της. Αλλά δεν πρόκειται να χωρίσει, βάλτο καλά στο μυαλό σου.

Είσαι διαλυμένος από αυτήν την ιστορία, είσαι σε αδιέξοδο, δε βρίσκεις καμία λύση. Νομίζεις ότι έχεις μια απλά «ιδιότροπη» σχέση, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχεις τίποτα. Το χειρότερο; Δεν μπορείς να πεις πουθενά τον πόνο σου, δεν μπορείς να βρεις παρηγοριά. Αυτή η ιστορία εμένα με γονάτισε. Απευθύνθηκα σε όποιον έβρισκα μπροστά μου, να του πω τον πόνο μου, να ακούσω μια συμβουλή. «Να μην έμπαινες ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, μαλάκα. Σου αξίζουν αυτά που παθαίνεις τώρα. Να μάθεις να πηδάς γυναίκες άλλων!» ή «Επιλογή σου είναι όλο αυτό. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να γκρινιάζεις. Ή σήκω φύγε να βρεις την ησυχία σου, ή μείνε, αλλά μη μας ξαναναφέρεις τίποτα πάνω στο θέμα.» Υπάρχει κι άλλο κακό στην ιστορία. Εσύ είσαι άγνωστος στη ζωή της, δε σε ξέρει κανείς. Όλοι γνωρίζουν τον άλλον, τον συμπαθούν, τον αγαπάνε. Χαίρονται να τους βλέπουν μαζί, τους θέλουν μαζί. Ακόμη κι αν γίνει καμια στραβή και, χτύπα ξύλο, τσακωθούνε, όλοι θα τρέξουν να τους βοηθήσουν, να τα ξαναβρούν. Εσένα, κακομοίρη, ποιος σε βοηθάει;

«Ή σήκω φύγε να βρεις την ησυχία σου, ή μείνε, αλλά μη μας ξαναναφέρεις τίποτα πάνω στο θέμα.» Όμως δεν μπορείς να φύγεις. Είναι μια εθιστική κατάσταση. Νιώθεις ότι όσο μένεις πλησιάζεις στη λύση. Πιστεύεις ότι όσο μένεις κερδίζεις χρόνο και τελικά η γυναίκα θα επιλέξει εσένα. Αυτό είναι μια ψευδαίσθηση, ένας καθαρός τζόγος. Ο χρόνος που έχει ο άλλος στα χέρια του είναι πάντα μεγαλύτερος από το δικό σου, δε γίνεται να τον κερδίσεις, να τον ξεπεράσεις. Έτσι, περιμένεις απεγνωσμένα να σου δοθεί μια Τρίτη. Και μετά μια Πέμπτη. Και μετά ίσως και το Σάββατο…

Η άλλη όψη του νομίσματος είναι αυτή που βλέπει ο Γιώργος (Φάνης Μουρατίδης), ο άντρας της Μαρίας. Ξέρει τι παίζει με τη γυναίκα του και δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Στο πάρτι της Πρωτοχρονιάς, στις τουαλέτες του «Μεγάλη Βρεταννία», οι δύο άντρες συναντιούνται.

«Είσαι ο Δημήτρης;»

«Ναι»

«Ξέρεις ότι μου’ χεις διαλύσει τη ζωή;»

Κάγκελο ο Δημήτρης. Ο Γιώργος συνεχίζει, εξηγώντας του Δημήτρη, ότι αυτός και η Μαρία ήταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, επί δεκαπέντε χρόνια.

«Σε  γουστάρει πολύ.»

«Ναι, αλλά δεν πρόκειται να σε χωρίσει.» Λογικός και στεγνός ο Δημήτρης.

«…Εξ’ αιτίας σου, κάθε μέρα σκέφτομαι πόσο ψεύτης και δειλός είμαι που κάθομαι και ανέχομαι όλη αυτή την κατάσταση. Μόνο και μόνο επειδή δεν έχω τα αρχίδια να ζήσω μόνος μου… Σε παρακαλώ ασχολήσου με κάτι άλλο κι άφησέ με εμένα στη συνήθειά μου.»

«Δευτέρα- Τετάρτη- Παρασκευή αυτή, Τρίτη- Πέμπτη- Σάββατο εσύ. Έτσι τη γνώρισα. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα ξαναφύγει;»

«Το θέμα δεν είναι να φεύγει κανείς… Αλλά να γυρίζει…»

Και κάπως έτσι φεύγει ο Δημήτρης, σε μια εκπληκτική, άψογα σκηνοθετημένη σκηνή. Ο προβληματισμένος πρωταγωνιστής βγαίνει από την περιστρεφόμενη πόρτα της «Μεγάλης Βρεταννίας», κοντοστέκεται και κοιτάει πίσω, μέσα στο ξενοδοχείο. Βλέπει τη Μαρία να τον κοιτάζει αρχικά και στη συνέχεια να την οδηγεί μέσα ο Γιώργος, ενώ ακούγεται το “The Windmills of your Mind”.

Untitled

«Το θέμα δεν είναι να φεύγει κανείς… Αλλά να γυρίζει…» Καλά όταν είσαι ο τρίτος της παρέας, σε αυτές τις περιπτώσεις. Αλλά αν είσαι ο δεύτερος, τι κάνεις; Πώς αντιδράς όταν βλέπεις ότι η κοπέλα σου ή η γυναίκα σου, στην περίπτωση του Γιώργου στο «Αν», έχει βρει ένα καινούριο ενδιαφέρον; Για μια ακόμα φορά τίθεται το ερώτημα «μοναξιά κι αξιοπρέπεια, ή συντροφικότητα, συγχώρεση και ανοχή καταστάσεων;»

Αυτό το ερώτημα δεν μπορώ φυσικά να το απαντήσω. Σε μισο-σοβαρές σχέσεις μου που είδα τέτοιες καταστάσεις, την κοπάνησα με ελαφρά πηδηματάκια. Σε μια σχέση έξι ή και δεκαπέντε χρόνων, δεν ξέρω ειλικρινά τι θα έκανα. Ελπίζω να μην αναγκαστώ ποτέ να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα… Από την άλλη, είμαι μικρός ακόμα… Έχουν πολλά να δουν τα μάτια μου…

Advertisements

About georgeptl

The creator of this blog is a 25 year old pharmacist, living and loving in Athens, Greece. Incurably in love with Love, he doesn't like to give up. His target? To prove that anything is possible, if we want it bad enough!
This entry was posted in σχέσεις, κινηματογράφος and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s